Αἰσχύλος

Αἰσχύλος
Эсхил (афинский трагик)

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "Αἰσχύλος" в других словарях:

  • Αἰσχύλος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αισχύλος — I (Ελευσίνα 525 – Γέλα Σικελίας 456 π.Χ.). Τραγικός ποιητής. Για τη ζωή του δεν υπάρχουν πολλές ασφαλείς πληροφορίες. Οι σύγχρονοι του Α. και του Πινδάρου ενδιαφέρονταν πολύ περισσότερο για τα έργα παρά για τους συγγραφείς. Και αργότερα, όμως, οι …   Dictionary of Greek

  • Αισχύλος — ο κύρ. όνομα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Αἰσχύλω — Αἰσχύλος masc nom/voc/acc dual Αἰσχύλος masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰσχύλε — Αἰσχύλος masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰσχύλοι — Αἰσχύλος masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰσχύλον — Αἰσχύλος masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰσχύλου — Αἰσχύλος masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰσχύλῳ — Αἰσχύλος masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Eschyle — Buste d Eschyle, musées du Capitole Nom de naissance Αἰσχύλος (Aiskhúlos) …   Wikipédia en Français

  • Euphorion — Eschyle Eschyle Buste d Eschyle, musées du Capitole Nom de naissance Αἰσχύλος (Aiskhú …   Wikipédia en Français


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»